Μετατόπιση εστίασης ελέγχου στην σημερινή κοινωνία: ένα ανεπίλυτο παράδοξο

© 2020 SofoSoma – Αναστασία Νικολίτσα

Δημοσιεύτηκε από το www.omorfizoi.gr στις 9 Σεπτεμβρίου 2020.  

 

Ο όρος Locus of Control (Εστίαση Ελέγχου) (LOC) δημιουργήθηκε από τον Julian B. Rotter το 1954 και αποτελεί την βάση για την θεωρία του πάνω στην κοινωνική μάθηση της προσωπικότητας (social learning theory of personality). H ιδέα είναι ότι oι άνθρωποι εστιάζουν σε έναν εσωτερικό έλεγχο όσων βιώνουν πιστεύοντας ότι μπορούν να ελέγξουν την δική τους ζωή ή εστιάζουν σε έναν εξωτερικό έλεγχο, πιστεύοντας ότι η ζωή τους ελέγχεται από εξωτερικούς παράγοντες, τους οποίους δεν μπορούν να επηρεάσουν, ότι η τύχη ή η μοίρα ελέγχουν την ζωή τους (Wikipedia). Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από τους ειδικούς της θεραπείας ψυχικού τραύματος ως Locus of Control Shift (LOCS – Μετατόπιση Εστίασης Ελέγχου) (Ross C. 2000 και Schwarz, L. et al. 2018), για να περιγράψει τον ασυνείδητο νευροχημικό μηχανισμό επιβίωσης που αναπτύσσουν τα παιδιά που κακοποιούνται από τους γονείς τους.

     Ο φόβος, η θλίψη, η οργή, η αηδία και η ντροπή ρυθμίζονται (γίνονται δηλαδή διαχειρίσιμα για το νευρικό σύστημα) με την υιοθέτηση της ευθύνης από το ίδιο το παιδί για αυτό που του συμβαίνει. Δημιουργείται η ψευδαίσθηση ισχύος/ελέγχου, και πολλές φορές αυτό ενθαρρύνεται από τον ίδιο τον γονέα, ότι «αν προσπαθήσω να είμαι καλύτερο παιδί θα σταματήσω την κακοποίηση ή θα λάβω την αγάπη και φροντίδα που έχω ανάγκη». Αυτός ο μηχανισμός επιβίωσης, όχι μόνο ρυθμίζει την υπερδιέγερση των συναισθημάτων που αναδύονται από το παράδοξο της κακοποίησης («ο γονέας με αγαπά – ο γονέας με μισεί»), αλλά επιτρέπει στο παιδί να συνεχίσει να αναζητά την πρόσδεση (με τον κακοποιητικό γονέα) έτσι ώστε να επιβιώσει από τον τρόμο της μη σύνδεσης.

     Αυτή είναι η πηγή της ντροπής και της αυτό-ακύρωσης που βιώνουν τα θύματα κακοποίησης στην ενήλικη ζωή τους. Είναι ένας μαθημένος νευροχημικός μηχανισμός διάσχισης (του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος) που εδραιώνεται στα πρώιμα χρόνια που το παιδί έχει ως μοναδικές φιγούρες πρόσδεσης τους γονείς, και γι’ αυτό είναι δύσκολη η επίλυση/θεραπεία του. Το άτομο δεν έχει επίγνωση αυτού του μηχανισμού, ως μηχανισμό ψυχολογικής επιβίωσης και εμφανίζεται με άρνηση της κακοποιητικής πλευράς του γονέα, αμνησία των τραυματικών γεγονότων και συναισθηματικών καταστάσεων, αυτοκαταστροφικών τάσεων, αυτο-υποτίμησης και ενοχής και ένα αφήγημα/γνωσία που λέει «μα με αγαπάει, δεν μπορεί να είναι κακός/η, μάλλον εγώ φταίω». Είναι το software που χτίζεται στην πορεία της ανάπτυξης και καθορίζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και τους άλλους στην υπόλοιπη ζωή του.

     Μπορούμε να κατανοήσουμε πόσο ευρεία είναι ως ψυχική κατάσταση στον γενικό πληθυσμό, καθώς σύμφωνα με τις στατιστικές στις ΗΠΑ η παιδική κακοποίηση και παραμέληση αναφέρονται κάθε 10 δευτερόλεπτα (National Child Abuse and Neglect Data System – NCANDS) (δεν βρήκα σαφείς στατιστικές για την Ελλάδα). Το αφήγημα/γνωσία αυτού του software μας ακολουθεί ως ενήλικες σε όλες τις σχέσεις μας, και φυσικά καθορίζει την σχέση και στάση μας προς την κάθε μορφής εξουσίας.

      Η παράδοξη αυτή «λύση» που δίνεται από το παιδί ως τρόπος επιβίωσης προέρχεται από μία “αποδιοργανωμένη κατάσταση πρόσδεσης” με τον κακοποιητικό γονέα (Ainsworth M., 1989) και είναι αποτέλεσμα αυτού που ονομάζουμε τραύμα πρόσδεσης. Τα προβλήματα με την γονική μέριμνα συνδέονται με πολλούς δυσμενείς στρεσογόνους παράγοντες όπως π.χ. σοβαρή χρόνια συζυγική σύγκρουση, περιγεννητική απώλεια προηγούμενου μωρού, επιλόχεια κατάθλιψη/ψύχωση, γονική ψυχιατρική νοσηρότητα και βίαιο περιβάλλον (Bifulco A. et al. 2009, George. C. et al. 2011).

      Η επιβίωσή μας μέσα σε μία τραυματική πρόσδεση με τον γονέα είναι εφικτή μέσω του μηχανισμού διάσχισης (dissociation). Η παρουσία τραύματος συνεπάγεται την παρουσία διάσχισης. Η διάσχιση είναι μία ψυχολογική αμυντική απόκριση που προστατεύει από οδυνηρά συναισθήματα και αναμνήσεις και συγχρόνως μια οργανική και αυτόματη απόκριση σε άμεσο κίνδυνο (Van der Hart, Nijenhuis, & Steele, 2006). Με λίγα λόγια αποκοβόμαστε από τον αβάσταχτο πόνο για την προδοσία του γονέα γιατί αν δεν συνδεθούμε μαζί του, με οποιοδήποτε κόστος ο εγκέφαλός μας θα ενεργοποιήσει, αυτόματα πάλι, τον τρόμου θανάτου.

      Το νευρωνικό σύστημα πρόσδεσης είναι εξελικτικά σχεδιασμένο να αναγκάζει εγγενώς ένα μωρό/παιδί να συνδέεται σταθερά με μία φιγούρα πρόσδεσης (βλ. γονέα), για λόγους επιβίωσης, ακόμη και κάτω από τραυματικές καταστάσεις. Ακόμη και οι πιο δυσμενείς, επώδυνες εμπειρίες μπορούν να ενσωματωθούν σε αυτή την πρώιμη μορφή σχέσης (Opendak M, Sullivan RM.2019). Αυτό το παράδοξο λοιπόν, παραμένει ανεπίλυτο, παγιδεύοντάς μας σε μία κατάσταση συνεχούς αναζήτησης πρόσδεσης που προκαλεί τρόμο και συγχρόνως συνεχούς αναζήτησης διαφυγής από αυτό τον τρόμο (Siegel, D.J., 2010).

      Επιστρέφοντας στον μηχανισμό Μετατόπισης Εστίασης Ελέγχου (Μ.Ε.Ε) σε διευρυμένο πεδίο, ως φαινόμενο στην κοινωνία, μπορούμε να παρατηρήσουμε την διαιώνιση αυτού του παράδοξου. Το κράτος-γονέας συστηματικά παραμελεί, κακοποιεί και παραβιάζει τα δικαιώματα του πολίτη-παιδιού. Ακόμη και στα αντικειμενικά πιο δημοκρατικά κράτη του πλανήτη, το φαινόμενο της χειραγώγησης, παραπλάνησης, παραμέλησης και κακοποίησης των πολιτών είναι πραγματικότητα, γι’ αυτό υπάρχουν κινήματα και αντιδράσεις σε διάφορα θέματα που επιβάλλονται από το κράτος που αφορούν στους πολίτες. Σε μία παγκόσμια επιβολή πρωτόγνωρων μέτρων, που διαπερνά και προσπερνά οποιαδήποτε γεωγραφικά τοποθετημένη εξουσία, ο κάθε πολίτης του πλανήτη Γη καλείται να κατανοήσει και να διαχειριστεί την σχέση με την εξουσία καθώς τα, πρότερα αυτονόητα, δικαιώματά του τίθενται σε αμφιβολία, με δικαιολογία το «κοινό καλό» και την «δημόσια υγεία». Ο μηχανισμός Μ.Ε.Ε. σε συλλογικό επίπεδο ενεργοποιείται έτσι ώστε ο φόβος, η αγωνία, ο θυμός, ο πανικός αλλά και η ντροπή, από την μη ασφαλή σύνδεση με το κράτος-γονέα, να κατευναστεί, να μην βιωθεί, δηλαδή να διασχιστεί, ειδικά όταν το κράτος-γονέας θέτει τον αδιαπραγμάτευτο όρο της αναγκαστικής υποταγής και συμμόρφωσης για το συλλογικό καλό, ενισχύοντας αυτή την επιβολή με πρόστιμο ή ακόμη και φυλάκιση.

      Εκεί όπου υπήρχαν προαιώνια παράπονα και διαμαρτυρίες για την μη-πρόνοια και κατάχρηση εξουσίας του κράτους (παραλληλία με την παραμέληση και κακοποίηση από τον γονέα προς το παιδί) τώρα ο πολίτης μεταθέτει την εστίαση ελέγχου στον εαυτό του, προσπαθώντας να είναι καλός και ώριμος πολίτης-παιδί, να λειτουργεί με τις νέες οδηγίες ακόμη κι αν του προκαλούν δυσφορία και πόνο, να μην αντιδρά ή αντιμιλά στις επιταγές του κράτους-γονέα και να παραμένει σταθερά προσδεδεμένος σε αυτό/ν …έτσι ώστε να επιβιώσει. Το παράδοξο λοιπόν, ενδυναμώνεται και επιφέρει το παρατηρούμενο φαινόμενο του εσωτερικού διχασμού, της άρνησης της πραγματικότητας, της άρνησης ότι το κράτος-γονέας μπορεί να είναι κακοποιητικό προς τον πολίτη, της υποταγής στην κακοποιητική σχέση για να κατευναστεί ο τρομαχτικός τρόμος θανάτου από την μη αποδοχή και την μη σύνδεση με κάτι μεγαλύτερο και ευρύτερο από τον ίδιο.

      Η παιδική άρρητη γνωσία που λέει «δεν μπορεί να είναι κακός ο γονέας, μάλλον εγώ φταίω» συνεχίζεται στην ενήλικη ζωή, καθώς αυτό το παράδοξο του τραύματος πρόσδεσης παραμένει ανεπίλυτο και μάλιστα διαιωνίζεται και μεταφέρεται και στους απογόνους, εφόσον δεν έχει επέλθει θεραπεία και συνειδητή κατανόηση και προσπάθεια αλλαγής αυτού του αυτόματου μηχανισμού.

      Έτσι, δημιουργούνται υποτακτικοί πολίτες που αναλαμβάνουν ολόκληρη την ευθύνη για την παραμέληση και κακοποίηση στην οποία υπόκεινται από το κράτος και δέχονται το αφήγημα των πολιτικών, δημοσιογράφων, ιατρών κ.α. θέσεων εξουσίας αγόγγυστα, χωρίς αμφισβήτηση αυτών … και πάλι ασυνείδητα και ως τρόπος επιβίωσης. Τα πιο τρανταχτά πρόσφατα παραδείγματα της Ελληνικής ιστορίας είναι το «μαζί τα φάγαμε» και τώρα τελευταία το «πρέπει να αναλάβουμε την προσωπική μας ευθύνη για την υγεία των αγαπημένων μας προσώπων».

      Παγιδευμένοι οι πολίτες-παιδιά, με ενεργοποιημένο αυτό τον ασυνείδητο μηχανισμό άμυνας απέναντι σε κάτι πιο τρομαχτικό από το να φοράνε μάσκα όλη μέρα παντού (…τον θάνατο), παραδίδουν τα αυτονόητα δικαιώματά τους για χάρη του «στοργικού κράτους που θέλει το καλό μας». Γι’ αυτό παρατηρείται το φαινόμενο του διευρυμένου φόβου, της μετάλλαξης στάσης των πρώην κοινωνικών αγωνιστών/ακτιβιστών σε πειθήνιους πολίτες, που εφαρμόζουν και υποστηρίζουν ακόμη και τις πιο παράλογες και διφορούμενες οδηγίες από όσους κρατούν την εξουσία στην σύγχρονη κοινωνία.

      Ένα ακόμη αξιοσημείωτο φαινόμενο που παρατηρείται είναι ότι όλη η γνώση που έχει ήδη αποκαλυφθεί στην ανθρωπότητα μέσω διαδικτύου, τις τελευταίες δεκαετίες, για τα σκάνδαλα των φαρμακοβιομηχανιών, των πολιτικών, των δημοσιογράφων παραδίδεται στην αμνησία, ή και την λήθη, και ο απλός, αλλά πρωτύτερα ενήμερος και ενεργός πολίτης, κατρακυλάει εξαιτίας του φόβου στην ψευδαίσθηση ότι τώρα, μπροστά σε έναν παγκόσμιο κίνδυνο για την υγεία του πληθυσμού όλοι προσπαθούνε για το κοινό καλό.

      Κι αυτή φυσικά είναι μια παγίδα που θολώνει την κρίση και την λογική επεξεργασία των δεδομένων, καθώς η βιολογία του φόβου κυριαρχεί αυτών βάσει της φυσιολογίας του ανθρώπου. Δεν χρειάζεται πολύ έρευνα στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς πώς σε μία τέτοια παγκόσμια κρίση επωφελούνται οι λίγοι έχοντες την εξουσία και το χρήμα. Όπως υποστηρίζει ο Collin Ross η βάση της θεραπείας έγκειται στην αντιστροφή του Μ.Ε.Ε., κάτι το οποίο θα επιφέρει το πένθος για τον γονέα(-κράτος) που δεν είχαμε ποτέ στην πραγματικότητα. Αυτό, όσο δύσκολο και να ακούγεται, είναι ο μόνος τρόπος να ενηλικιωθούμε ως πολίτες και να αναλάβουμε ουσιαστική δράση, χωρίς φόβο για την εξάλειψη του ψεύδους, της αδικίας, της χειραγώγησης και της βίας που ανεχόμαστε.

     Θα κλείσω με την φράση της ανεξάρτητης Αυστραλέζας δημοσιογράφου Caitlin Jonhstoneo κύριος λόγος που είναι πιο δύσκολο να πείσεις το κοινό ότι έχουν εξαπατηθεί από προπαγάνδα και δυσφημιστικές εκστρατείες είναι γιατί, για κάποιον χαζό λόγο, ένα από τα πιο ντροπιαστικά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς στην κοινωνία μας είναι να εξαπατηθεί. Αν ξεπεράσουμε το κυρίαρχο αφήγημα των ιθυνόντων, είναι σημαντικό να μετατοπίσουμε αυτή την ντροπή από αυτούς που έχουν υποστεί εξαπάτηση σε εκείνους που τους έχουν εξαπατήσει” (@caitoz, Twitter, 1/6/2019).

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ainsworth M., 1989. Attachments beyond infancy. American Psychology, 44:709–6. 10.1037//0003-066X.44.4.709

Bifulco A, Moran PM, Jacobs C, Bunn A., 2009. Problem partners and parenting: exploring linkages with maternal insecure attachment style and adolescent offspring internalizing disorder. Attachment Human Development, 11:69–5. 10.1080/14616730802500826

George C, Solomon J., 2011. Caregiving helplessness: The development of a screening measure for disorganized maternal caregiving. In: Solomon J, George C, editors. Disorganized attachment and caregiving. New York: Guilford Press; (2011). 133–6. 10.1016/j.neubiorev.2013.05.001

Opendak M, Sullivan RM., 2019. Unique infant neurobiology produces distinct trauma processing. Dev Cogn Neuosci. 36:100637. 10.3402/ejpt.v7.31276

Ross, C., 2000. The Trauma Model: A Solution to the Problem of Comorbidity in Psychiatry, Manitou Communications. Manitou Communications

Rotter, J. B., 1954. Social learning and clinical psychology. Prentice-Hall, Inc.

Siegel, Daniel J. 2010. Mindsight – transform your brain with the new science of Kindness. Bantam Books

Schwarz, L., Corrigan F., Hull A., Raju R., 2018. The Comprehensive Resource Model: Effective Therapeutic Techniques for the Healing of Complex Trauma (Explorations in Mental Health). Routledge

Van der Hart, O., Nijenhuis, E. R. S., & Steele, K., 2006. The haunted self: Structural dissociation and the treatment of chronic traumatization. New York: Norton.